Ένα άτομο με Νοητική Υστέρηση παρουσιάζει νοητικό δυναμικό χαμηλότερο από το μέσο όρο των παιδιών της ίδιας ηλικίας. Παράλληλα το παιδί αυτό διαθέτει μειωμένη ικανότητα προσαρμογής, η οποία αντικατοπτρίζεται συνήθως στην ωρίμανση κινητικών και αντιληπτικών ικανοτήτων, δεξιοτήτων αυτοεξυπηρέτησης, στην μάθηση και στην κοινωνική ένταξη.
Πιο συγκεκριμένα λοιπόν, το παιδί με Νοητική Υστέρηση έχει περιορισμούς σε δύο τομείς. Οι τομείς αυτοί είναι:
Πνευματική λειτουργία:
Επίσης γνωστό ως IQ, αυτό αναφέρεται στην ικανότητα ενός ατόμου να μαθαίνει, να αιτιολογεί, να λαμβάνει αποφάσεις και να επιλύει προβλήματα. Το IQ μετράται με ένα τεστ. Το μέσο IQ είναι 100, με την πλειοψηφία των ανθρώπων να έχουν μεταξύ 85 και 115. Ένα άτομο θεωρείται νοητικά αδύναμο εάν έχει δείκτη νοημοσύνης μικρότερο από 70.
Προσαρμοστικές συμπεριφορές:
Αυτές είναι δεξιότητες απαραίτητες για την καθημερινή ζωή, όπως το να μπορεί κανείς να επικοινωνεί αποτελεσματικά, να αλληλοεπιδρά με άλλους και να φροντίζει τον εαυτό του.
Ποια είναι τα σημάδια της νοητικής υστέρησης στα παιδιά;
Υπάρχουν πολλά διαφορετικά σημάδια νοητικής υστέρησης στα παιδιά. Τα σημάδια μπορεί να εμφανιστούν κατά τη βρεφική ηλικία ή μπορεί να μην είναι αισθητά μέχρι ένα παιδί να φτάσει στη σχολική ηλικία. Συχνά εξαρτάται από τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Μερικά από τα πιο κοινά σημάδια της Νοητικής Υστέρησης σε ένα παιδί είναι:
- Καθυστέρηση αναπτυξιακών δεξιοτήτων όπως να μπουσουλάει, να κάθεται και να περπατάει
- Μιλάει αργά ή δυσκολεύεται να μιλήσει
- Αδυναμία δεξιοτήτων αυτοεξυπηρέτησης όπως το να ντύνεται και να τρώει μόνο του
- Ελλείμματα σε γνωστικές και αντιπηκτικές δεξιότητες
- Αδυναμία επίλυσης προβλήματος και λογικής σκέψης
- Ελλείμματα σε ακουστική και οπτική, εργασιακή μνήμη
- Έντονες εκρήξεις και ξεσπάσματα θυμού ή έντονη απροσδόκητη χαρά, δυσκολία στην ισορροπία των συναισθημάτων
- Δυσκολία στην επίλυση προβλημάτων, στη λογική και κριτική σκέψη
Παιδιά με πιο σοβαρή περίπτωση νοητικής υστέρησης, μπορεί να συνάδουν με άλλα προβλήματα υγείας. Αυτά τα προβλήματα μπορεί να περιλαμβάνουν επιληπτικές κρίσεις, διαταραχές της διάθεσης (άγχος), αναπτυξιακές διαταραχές, προβλήματα κινητικών δεξιοτήτων, σύνδρομα, προβλήματα όρασης ή προβλήματα ακοής.